Members' Blog

The Council of Foreign Relations - Greece, is an organization founded by 60 leading academics, specializing in international relations, economics, institutions and politics.

 

Disclaimer: All opinions and arguments expressed by CFIR-GR are personal and do not necessarily reflect those of the organization. 

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος

Η ουκρανική κρίση είναι ένα ακόμη επεισόδιο στην καλά ενορχηστρωμένη στρατηγική του Πούτιν να αναθεωρήσει συνολικά τη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων. Ο Πούτιν ποτέ δεν έκρυψε τη δυσανεξία του για τη μεταψυχροπολεμική ισορροπία

Η ουκρανική κρίση είναι ένα ακόμη επεισόδιο στην καλά ενορχηστρωμένη στρατηγική του Πούτιν να αναθεωρήσει συνολικά τη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων.

Ο Πούτιν ποτέ δεν έκρυψε τη δυσανεξία του για τη μεταψυχροπολεμική ισορροπία. Για το μονοπολικό διεθνές σύστημα που αντανακλούσε την αδυναμία της Ρωσίας, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και την αμερικανική υπεροχή.

Από το 2005 ο Πούτιν υπογράμμισε ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ήταν μια μεγάλη γεωπολιτική καταστροφή. Οι συνολικές αιτιάσεις του απέναντι στο μεταψυχροπολεμικό status quo εκφράστηκαν για πρώτη φορά στη γνωστή ομιλία του στο Μόναχο το 2007. Ηταν μια προειδοποίηση για όσα θα ακολουθούσαν στη Γεωργία το 2008, με την απόσχιση της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας, και στην Ουκρανία το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας και τις αναταραχές στο Ντονμπάς.

Η ρωσική ελίτ δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την απώλεια της σοβιετικής αυτοκρατορίας και του status της υπερδύναμης. Οι αναθεωρητικές τάσεις εκφράστηκαν αρχικά από τον Γεβγκένι Πριμακόφ. Το δόγμα Πριμακόφ εξέφρασε τη ρωσική αντίθεση σε έναν μονοπολικό κόσμο. Οι βασικοί του άξονες ήταν η κυριαρχία της Ρωσίας στον πρώην σοβιετικό χώρο, η αντίθεση της Ρωσίας στη διπλή διεύρυνση ΝΑΤΟ και ΕΕ και η σύγκλιση με την Κίνα ως αντίβαρο στην αμερικανική κυριαρχία.

Ο Πούτιν, κατ᾽ ουσίαν, εφαρμόζει το δόγμα Πριμακόφ, προσθέτοντας την πολιτική της παρέμβασης στα εσωτερικά των δυτικών δημοκρατιών, που συνιστά μια επικίνδυνη κλιμάκωση. Στην ουσία εκδιπλώνει μια στρατηγική σε τρεις ομόκεντρους κύκλους με στόχο την ανατροπή της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων. Ο πρώτος κύκλος αφορά την εγγύς περιφέρεια της Ρωσίας. Η στόχευσή του είναι η αποκατάσταση της ρωσικής ηγεμονίας, έστω και με τη χρήση βίας, και η ακύρωση της ένταξης της Γεωργίας και της Ουκρανίας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Ο περιορισμός της ελευθερίας των επιλογών τους στη χάραξη της εξωτερικής τους πολιτικής, δηλαδή η «Φινλανδοποίησή» τους. Ο δεύτερος κύκλος έχει να κάνει με την επιστροφή της Ρωσίας σε περιφερειακά υποσυστήματα παραδοσιακής σοβιετικής παρουσίας και επιρροής, όπως τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή. Η Ρωσία, όπως στο Συριακό, καθιστά προφανή την πρόθεσή της να έχει αποφασιστικό λόγο στη διευθέτηση περιφερειακών ζητημάτων.

Ο τρίτος κύκλος αφορά την παρέμβαση στα εσωτερικά των δυτικών δημοκρατιών με τακτικές υβριδικού πολέμου. Η Ρωσία, πλέον, με τη χρήση της τεχνολογίας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και τη χρηματοδότηση ακραίων κομμάτων, επιδιώκει την όξυνση των διαιρέσεων στις δυτικές κοινωνίες και την πρόκληση χάους. Το αποτύπωμα αυτής της νέας επιθετικής ρωσικής πολιτικής ήταν ορατό στις αμερικανικές εκλογές το 2016, αλλά και σε μια σειρά ευρωπαϊκών θεμάτων όπως το Μπρέξιτ, και η προσφυγική κρίση.

Η σταδιακή κλιμάκωση της στρατηγικής του Πούτιν ήταν συνάρτηση της εσωτερικής ισχυροποίησης του καθεστώτος του και της Ρωσίας από τη μια πλευρά, και της αντίληψης του για την κάμψη της αμερικανικής ισχύος από την άλλη. Ο εικοσαετής πόλεμος της Αμερικής κατά της τρομοκρατίας απορρόφησε μέσα και πόρους, σπατάλησε δυνάμεις και έδωσε χώρο και χρόνο σε αναθεωρητικές αυταρχικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία, να ανακάμψουν και να προβάλουν αναθεωρητικές αξιώσεις. Η αντίληψη του Πούτιν για την κάμψη της αμερικανικής ισχύος εδραιώθηκε από δύο περαιτέρω στοιχεία. Την αδυναμία της Αμερικής να απαντήσει στις κρίσεις της Γεωργίας και της Ουκρανίας, και από το σταδιακά μειούμενο ενδιαφέρον της Αμερικής για την Ευρώπη, καθώς στρέφεται προς την Ασία για να αντιμετωπίσει την πρόκληση της Κίνας.

Η σημερινή στάση του στην Ουκρανία είναι συνάρτηση όλων αυτών των παραμέτρων. Η Ουκρανία αποτελεί, πλέον, κόκκινη γραμμή της Ρωσίας μετά από αλλεπάλληλα κύματα διεύρυνσης του ΝΑΤΟ.

Οι επιδιώξεις του Πούτιν είναι ξεκάθαρες. Η επίσημη παύση κάθε περαιτέρω νατοϊκής διεύρυνσης προς Ανατολάς, το πάγωμα της ανάπτυξης νατοϊκών υποδομών και εξοπλισμών στον πρώην σοβιετικό χώρο, ο περιορισμός των στρατιωτικών δυνάμεων και ασκήσεων στον άξονα Βαλτικής – Μαύρης Θάλασσας.

Ο Πούτιν στη σημερινή κρίση της Ουκρανίας παίρνει ένα καλά υπολογισμένο ρίσκο. Υπάρχει μια ασυμμετρία μέσων και στρατηγικής σημασίας στο Ουκρανικό, για τη Δύση και τη Ρωσία. Επιπλέον, γνωρίζει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη δεν θα στήριζε μια στρατιωτική εμπλοκή στην Ουκρανία. Η άτακτη αποχώρηση, άλλωστε, των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν προϊδέασε για τις αμερικανικές προθέσεις. Επιπλέον, ο Μπάιντεν έσπευσε να αφαιρέσει τη στρατιωτική επιλογή από το τραπέζι. Οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, και ιδιαίτερα η Γερμανία λόγω και της ενεργειακής της εξάρτησης, επίσης δεν φαίνονται διατεθειμένες να συζητήσουν άλλη επιλογή πέραν των οικονομικών κυρώσεων. Ο Πούτιν, συνεπώς, γνωρίζει ότι η άλλη πλευρά δεν διαθέτει αξιόπιστη στρατιωτική επιλογή.

Αν ο Πούτιν επιβληθεί στο Ουκρανικό, και μάλιστα χωρίς τη χρήση βίας, θα έχει βάλει οριστικό φρένο στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, και θα έχει «φινλανδοποιήσει» την Ουκρανία και τη Γεωργία. Αυτό δεν συνιστά συνολική ανατροπή της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων. Η Ρωσία, όμως, επανακτά θέση και λόγο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Στη μεταψυχροπολεμική εποχή επικράτησε η αντίληψη στη Δύση ότι η Ρωσία είναι πλέον μια παρηκμασμένη υπερδύναμη. Η Ρωσία, όμως, αποδεικνύεται μια επίμονη υπερδύναμη. Αυτό περιπλέκει τη χάραξη της αμερικανικής στρατηγικής. Η Αμερική δεν έχει την πολυτέλεια μιας απερίσπαστης γεωπολιτικής στροφής προς την Ασία για την αντιμετώπιση της Κίνας. Η Ευρώπη επίσης δεν έχει, άμεσα τουλάχιστον, την πολυτέλεια της στρατηγικής αυτονομίας. Οι προκλήσεις που προβάλλουν οι αναθεωρητικές αυταρχικές δυνάμεις της Ρωσίας και της Κίνας επιβάλλουν μια νέα συνεννόηση στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Μια «στρατηγική συμπληρωματικότητα», μια νέα κατανομή έργου στα θέματα άμυνας και ασφάλειας, και μια συνολική στρατηγική των δημοκρατιών της Δύσης για τον ευρασιατικό χώρο.


Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, στην έδρα Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη Σχολή Fletcher, του Πανεπιστημίου Tufts, πρώην υπουργός.

Δημοσίευση: Βιβλιοδρόμιο Σαββατοκύριακο, 11-12 Δεκεμβρίου 2021, Σελίδα 7

Οι αρχές που διέπουν τη χάραξη θέσεων και στόχων από την καθημερινή ζωή έως τον πόλεμο, στο πόνημα των Α. Πλατιά – Κ. Κολιόπουλου.

Γράφει η Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Σπάνια ένα βιβλίο στρατηγικής αποφεύγει την παγίδα της υπερβολικής έμφασης στη θεωρία ή στην εμπειρία. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται πολύ βαρύ για το ευρύ κοινό, στη δεύτερη πολύ ελαφρύ για τους ειδικούς.

Η Τέχνη της Στρατηγικής ξεφεύγει από τον κανόνα. Δύο κορυφαίοι καθηγητές των διεθνών σχέσεων και στρατηγικών σπουδών, ο Αθανάσιος Πλατιάς από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς και ο Κωνσταντίνος Κολιόποuλος από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα ισορροπημένο έργο, όπου η θεωρία υποστυλώνεται από πλήθος παραδειγμάτων. Οι 50 Κανόνες του βιβλίου που οργανώνονται σε 4 κεφάλαια δεν αντλούνται μόνον από τη διεθνολογική θεωρία ή τη στρατιωτική εμπειρία, από όπου πολλοί επιστημονικοί κλάδοι δανειστήκαμε τον όρο «στρατηγική». Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν βέβαια ως «πατέρες» της στρατηγικής, εκτός από τον Μακιαβέλι, τρεις διανοητές που ασχολήθηκαν με πολέμους: τον Θουκυδίδη, τον Κλαούζεβιτς και τον Σουν Τσου. Όμως, η στρατηγική βρίσκει εφαρμογή σε ποικίλους τομείς και στην ειρήνη: στις επιχειρήσεις, στον αθλητισμό, στην τεχνολογία, στην ιατρική, στο σκάκι.

Είναι δεδομένο πως η στρατηγική αποτελεί τέχνη. Ο τίτλος του βιβλίου είναι εύγλωπος. Η επιστήμη προσφέρει μια βάση, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν. Προϋποθέτει τη συνέργεια γνώσης, εμπειρίας και έμφυτου ταλέντου. Επειδή η τέχνη είναι συνυφασμένη με την πρωτοτυπία, το βιβλίο βρίθει στρατηγικών καινοτομιών που άλλαξαν την Ιστορία. Ο αναγνώστης μπορεί να μελετήσει τους 50 Κανόνες συνολικά και μεμονωμένα. Διαβάζοντάς τους χωριστά και σε τυχαία σειρά («οριζόντ1α»), ανακαλύπτει μια πλούσια βάση δεδομένων που είτε αγνοούσε είτε αποσπασματικά εφάρμοζε και έτσι μαθαίνει να αποφεύγει τα ίδια λάθη. Αλλά διαβάζοντας τους κανόνες με τη σειρά («κάθετα .. ) ανακαλύπτει μια θεωρία της στρατηγικής που δείχνει τη δυσκολία της κλίμακας επιλογής απέναντι σε διαφορετικούς αντιπάλους και σε διαφορετικές εποχές.

Καθώς η στρατηγική αφορά τον αγώνα για επικράτηση επί του αντιπάλου μ ε τα κάθε φορά διαθέσιμα μέσα, το βιβλίο αποτελεί ταυτόχρονα και μια μελέτη για την ισχύ και για το πώς την αυξάνουμε ώστε να παράγουμε ασφάλεια για τον εαυτό μας. Ονομαστικά, ο σκοπός της υπερίσχυσης είναι περίπου ίδιος για όλους: οι άνθρωποι αγωνίζονται να κατοχυρώσουν υγεία, ασφάλεια, ευημερία, ελευθερία, ευτυχία. Αλλά το περιεχόμενο διαφέρει: η ευτυχία ή η επιτυχία δεν είναι ίδια για όλους. Για ορισμένους ανθρώπους ευτυχία είναι ό,τι αποτελεί δυστυχία για κάποιον άλλο. Για παράδειγμα, κάποιος θεωρεί ευημερία την πλεονεξία, άλλος τείνει στην επάρκεια. Κάποιος θεωρεί ασφάλεια τα αυστηρά σύνορα, άλλος τα θεωρεί περιττά αν αντικαθίστανται από ασφάλεια άλλου είδους, π.χ. από κράτος δικαίου. Το περιεχόμενο των στόχων μεταβάλλεται και με τις εποχές: για παράδειγμα, μέχρι πριν από 80 χρόνια τα ευρωπαϊκά κράτη αισθάνονταν επί αιώνες ασφαλή εφόσον χωρίζονταν από ισχυρό σύνορα. Μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη λαίλαπα του επεκτατικού ολοκληρωτισμού, η ασφάλεια ταυτίστηκε με την αμοιβαία εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Έτσι, δημιουργήθηκε στη Δ. Ευρώπη το πρωτοφανές φαινόμενο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Κατά συνέπεια, τα μέσα επηρεάζουν τους στόχους, αλλά και οι στόχοι τα μέσα, παράγοντας ποικίλες στρατηγικές τελικής επικράτησης.

Ορισμένες αρχές διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο. Δειγματοληπτικά αναφέρονται εδώ πέντε από αυτές:

Πρώτη και βασικότερη είναι ότι η στρατηγική προϋποθέτει ιεράρχηση στόχων. Το να εκδιώκει κανείς τα πάντα αποδίδοντάς τους ίση βαρύτητα είναι συνταγή αποτυχίας και δυστυχίας. Δεύτερον, η στρατηγική είναι μακροπρόθεσμη (αναλύεται παραστατικά αισώπειος μύθος «Ο λαγός και η χελώνα»). Η αποδοτικότητα μετριέται στη μεγάλη διάρκεια. Τρίτον, n στρατηγική έχει πολλά πρόσωπα. Μπορεί να μη συμμεριζόμαστε τη στρατηγική του αντιπάλου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει στρατηγική. Γι' αυτό και δεν πρέπει να τον υποτιμούμε. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι στους εχθρούς μας «χρωστά με» πολλά. Τέταρτον, πρέπει να στηριζόμαστε στο κέντρο βάρους μας, όπως αποκαλούν οι στρατιωτικοί την πηγή ισχύος. Άρα, πρέπει να ξέρουμε ποιοι είμαστε και πού θέλουμε και μπορούμε να φτάσουμε. Πέμπτον, το «φαίνεσθαι» για λίγο μόνο μπορεί να παραποιήσει το «είναι». Συνεπώς, το πετυχημένο ρητό του Γιάννη Τσαρούχη «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» μπορεί να πιάνει προσωρινά σε κάποιους, αλλά έχει κοντά πόδια.

Κάθε αναγνώστης αποκτά τους δικούς του αγαπημένους κανόνες ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του. Το βέβαιο είναι ότι το βιβλίο δεν εξαντλείται σε μία ανάγνωση. Μένει κοντά μας για να το «επανεπισκεφθούμε» σαν έναν θησαυρό ηθικών διλημμάτων.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς στρατιωτικός ή κοινωνικός επιστήμονας για να αξιοποιήσει το βιβλίο. Μπορεί να είναι επιχειρηματίας, επιδημιολόγος, φοιτητής, δάσκαλος ή απλά γονιός. Οποιοσδήποτε επιδιώκει να ξεχωρίσει ή εκπαιδεύει άλλους να πετύχουν. Οι συγγραφείς ορθώς τονίζουν τη θεμελιώδη σημασία του «προπονητή» με την ευρεία έννοια του coaching, που καλείται να οδηγήσει άλλους στην επιτυχία εμπνέοντάς τους να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους. Συχνά μάλιστα συμβαίνει ο  «προπονητής» να είναι αποτελεσματικότερος σε αυτόν τον ρόλο παρά στου πρωταθλητή.

Η Τέχνη της Στρατηγικής αποτελεί βιβλίο - σταθμό στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία των στρατηγικών σπουδών. Απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, κράτος, θεσμό ή οργανισμό που, για να πετύχει, χρειάζεται οπωσδήποτε να έχει στρατηγική. Σαν προσεκτικός «προπονητής» βοηθά τον αναγνώστη να δοκιμάσει τις παραδοχές του, να αναπτύξει τη σκέψη του και να εμπνευστεί. Ο Αθανάσιος Πλατιάς και ο Κωνσταντίνος Κολιόπουλος αναλύουν με ακρίβεια και ζωντάνια πώς συνδυάζονται επιστήμη, δράση και ταλέντο γ1α να υπηρετήσουν μια υψηλή και ταυτόχρονα καθημερινή τέχνη.

Αναδημοσίευση: Αποκωδικοποιώντας την επιστολή Σινιρλίογλου - ΤΑ ΝΕΑ (tanea.gr) - 7 Αυγούστου 2021

Η Τουρκία πιστή στην στρατηγική την οποία σε μεγάλο βαθμό καθιστά γνωστή μέσα από τις τακτικές της, προκαλεί πάλι την Ελλάδα, με επίκεντρο τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Δια του Χουλουσί Ακάρ, εκφράζοντας την τακτική της γραφειοκρατίας μέσω «δημιουργικών» ερμηνειών των διεθνών συνθηκών, αναμοχλεύει την αποστρατιωτικοποίηση, μηχανεύεται τρόπους για αμφισβητήσεις και αναθεωρητικές διεκδικήσεις.

Πέτρος Λιάκουρας Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές», στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ - 19 Δεκεμβρίου 2021

Οι πρόσφατες δηλώσεις Μεβλούτ Τσαβούσογλου αναπαράγουν όσα έχουν διατυπωθεί διεξοδικά με δύο επιστολές του Φεριντούν Συνιρλίογλου προς τον Γενικό Γραμματέα των ΗΕ, στις 13 Ιουλίου και στις 30 Σεπτεμβρίου 2021. Η Τουρκία σε αυτές διατείνεται ότι το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών διατηρείται σε ισχύ, προκειμένου να ισχυρισθεί ότι με την  οχύρωσή τους η Ελλάδα παραβιάζει τις υποχρεώσεις της. Κατά την Τουρκία αυτό συνιστά απειλή της ασφάλειάς της. Μάλιστα κορυφώνοντας την οξύτητα, προβάλλει το αβάσιμο επιχείρημα ότι με τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) η επικύρωση της κυριαρχίας των νησιών τελούσε υπό την αίρεση της αποστρατιωτικοποίησής τους. Με αυτήν την «δημιουργική ερμηνεία» της συνθήκης αλλά και το δίλημμα, η Τουρκία υποστηρίζει ότι η παραβίαση της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, συνεπάγεται την αμφισβήτηση κυριαρχίας τους. Εξ ου και η εσχάτως καταλυτική αποστροφή στη δήλωση Τσαβούσογλου ότι «η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα κυριαρχίας σε νησιά που στρατιωτικοποιεί». Εν ολίγοις το δίλημμα είναι αποστρατιωτικοποίηση ή αμφισβήτηση κυριαρχίας.

Δι’ αυτού του τρόπου η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει το θεώρημα των «γκρίζων ζωνών», έχοντας επίκεντρο αυτή τη φορά την αμφισβήτηση κυριαρχίας των μεγάλων νησιών. Απώτερος στόχος της είναι προοπτικά να αμφισβητήσει ή/και εξουδετερώσει τη δυνατότητα των νησιών αυτών, να διεκδικούν σε μια μελλοντική οριοθέτηση τα κατά το δίκαιο θάλασσας παραγόμενα από τη φύση της κυριαρχίας τους δικαιώματα σε όλες τις θαλάσσιες ζώνες.  

Πόσο νομική βάση έχουν όλα αυτά τα νεοφανή θεωρήματα; Η ελληνική επιχειρηματολογία έχει αντικρούσει εξαντλητικά την τουρκική θέση περί ισχύος της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών και είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η κυριαρχία τελεί υπό την αίρεση της αποστρατιωτικοποίησης.   

Ειδικότερα:

Με βάση τη συνθήκη της Λωζάννης (1923) προηγείται (άρθρο 12) η άνευ όρων επικύρωση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών Λήμνος, Σαμοθράκη, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία. Για να διασφαλισθεί η διατήρηση της ειρήνης, η Ελλάδα ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση (άρθρο 13) να τηρεί συγκεκριμένους περιορισμούς όσον αφορά στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων, εξοπλισμών και ναυτικών βάσεων σε Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο, Ικαρία. Όλων των παραπάνω ακολούθησε η παραίτηση της Τουρκίας –χωρίς αστερίσκους- από κάθε τίτλο για τα νησιά υπό ελληνική κυριαρχία (άρθρο 16) και για τα Δωδεκάνησα, μαζί με Καστελόριζο, (άρθρο 15) υπό την Ιταλία (διάδοχη η Ελλάδα με τη συνθήκη των Παρισίων 1947).

Λήμνος και Σαμοθράκη συνδέθηκαν με την τύχη των Τουρκικών Στενών στο καθεστώς αποστρατιωτικοποίησής τους, όπως ορίσθηκε στη χωριστή Σύμβαση της Λωζάννης (1923). Όταν αυτή αντικαταστάθηκε από τη νεώτερη συνθήκη του Μοντραί (1936) άνοιξε ο δρόμος εξοπλισμού των Στενών, συνεπώς και των νησιών.  

Ο περιορισμός ανάπτυξης στρατού στα νησιά αφορά σε ένα προσωρινό συμβατικό καθεστώς για να εξυπηρετήσει τη διασφάλιση διατήρησης της ειρήνης. Μετά το σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου – Κεμάλ (1930) και τη διευθέτηση, επισφραγίσθηκε η ειρήνη μεταξύ των δύο κρατών και εξέλιπε ο λόγος που καθόρισε τον περιορισμό.

Η αποστρατιωτικοποίηση ως αντίληψη ειρήνης στο μεσοπόλεμο, δεν συνεισέφερε στην ασφάλεια, γι’ αυτό κράτη που την ανέλαβαν σε πρώτη ευκαιρία αποδεσμεύθηκαν. Στα καθ’ ημάς στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου, η επελθούσα ριζική μεταβολή των περιστάσεων είναι λόγος αποδέσμευσής τους και σήμερα από τους περιορισμούς σε στρατό. Ομοίως η ασφάλεια και ειρήνη αποτελούν μέριμνα που κάθε κράτος εξασφαλίζει με τα νομικά εφόδια του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου, ασκώντας το συμφυές και αναφαίρετο δικαίωμα της νόμιμης άμυνας. Η αποστρατιωτικοποίηση επιδρά αρνητικά στην ασφάλεια του κράτους, στερώντας το από το δικαίωμα της άμυνας και την προετοιμασία για τη δυνατότητα άσκησής του.  

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία για να αντιπαρέλθει το γεγονός ότι ως μη συμβαλλόμενη στη συνθήκη των Παρισίων (1947) δεν νομιμοποιείται να επικαλείται παραβίαση της αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων, μηχανεύεται το επιχείρημα ότι η υποχρέωση συνιστά αντικειμενικό καθεστώς. Προς επίρρωση ισχυρισμών της περί απειλής της ασφάλειάς της, έχει ανασύρει ανάλογη Γνωμοδότηση Επιτροπής, επί μεσοπολέμου. Αφορούσε στα νησιά Aäland όπου εξετάστηκαν οι διεθνείς δεσμεύσεις έναντι του καθεστώτος αποστρατιωτικοποίησής τους.   

Η προσωρινή ισχύς του περιορισμού ανάπτυξης στρατού όπως διατυπώθηκε στη συνθήκη της Λωζάννης συνδέθηκε με τη διάρκεια της αποκατάστασης ειρηνικού περιβάλλοντος και όχι ως όρος κυριαρχίας. Η Τουρκία δεν μπορεί να επανέλθει στα θέματα κυριαρχίας τα οποία έκλεισαν με τη συνθήκη της Λωζάννης από την οποία δεν προκύπτει ότι η κυριαρχία των νησιών τελεί υπό την αίρεση να τηρούνται οι αμυντικοί περιορισμοί. Εξάλλου η Τουρκία επί 57 έτη συναινεί συνεχώς και σταθερά -γεγονός που εκδηλώνει δέσμευσή της- σχετικά με την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία των νησιών, από το 1964 όταν για πρώτη φορά ήγειρε θέμα παραβίασης της διατεινόμενης υποχρέωσης αποστρατιωτικοποίησης, υποδηλώνοντας έμπρακτα αποδοχή ότι η κυριαρχία δεν τελεί υπό αίρεση.

Αναδημοσίευση: Ελπίδα της ειρηνικής επίλυσης; - ΤΑ ΝΕΑ (tanea.gr) - 15 Ιουνίου 2021

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενεργοποιώντας τα ισχυρά ανακλαστικά πολιτικής επιβίωσης, επιχείρησε να προσαρμοστεί στην εικόνα που επιβάλλουν οι συναντήσεις με τον αμερικανό και τον γάλλο πρόεδρο. Βέβαια είναι δύσκολο να ξεχαστεί η σκληρή ρητορική του τελευταίου διαστήματος που αντάλλαξαν μεταξύ τους, αλλά φαίνεται πως ο τούρκος πρόεδρος έχει αποφασίσει να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία. Παρά ταύτα, ο πρόεδρος Μπάιντεν με δηλώσεις του ή συνεργατών του δεν προδιέθετε ότι θα έριχνε νερό στο κρασί του για όσα η Τουρκία έχει κάνει και αντιτίθενται αφενός στη σχέση της με το ΝΑΤΟ και αφετέρου στη σχέση της, ως στρατηγικού εταίρου, με τις ΗΠΑ. Αναδεικνύεται λοιπόν δύσκολη η ισορροπία μεταξύ της πίεσης που πρέπει να ασκηθεί στον Ερντογάν και της αναγνώρισης του γεωστρατηγικού ρόλου της Τουρκίας.

Αναδημοσίευση: ΤΑ ΝΕΑ 1/10/2021

Πέτρος Λιάκουρας, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές», στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Η σημαντική για τα ελληνικά συμφέροντα συμφωνία με την Γαλλία αλλάζει τα γεωπολιτικά δεδομένα στη θάλασσα με την υπεροπλία που προσφέρει η αγορά των τεχνολογικά υπερσύγχρονων φρεγατών. Παράλληλα και με την ρήτρα της αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής ενισχύεται τόσο η ασφάλεια, όσο και η αποτρεπτική ισχύς της Ελλάδας.

Η ρήτρα αυτή προβλέπεται σε πολλές όμοιες συμφωνίες, μάλιστα το ίδιο απαντάται και στη συμφωνία στρατηγικής σχέσης για την ασφάλεια και άμυνα μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας της 28ης Σεπτεμβρίου 2021. Το κάθε ένα συμβαλλόμενο κράτος αναλαμβάνει να προστρέχει σε αμυντική υποστήριξη του άλλου, όταν αυτό κατά την κοινή αντίληψη δέχεται ένοπλη επίθεση κατά της εδαφικής επικράτειάς του από τρίτο κράτος. Η αμυντική αυτή συνδρομή υπαγορεύεται και προσδιορίζεται από τους όρους άσκησης του δικαιώματος νόμιμης άμυνας, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη/ΗΕ. Όπως ορίζεται στο Χάρτη, η άσκηση νόμιμης άμυνας προϋποθέτει ένοπλη επίθεση όταν έχει συμβεί (when an armed attack occurs). Παραδοσιακά η άμυνα είναι συνυφασμένη με την αποκατάσταση της εδαφικής κυριαρχίας και ακεραιότητας. Στο άρθρο 2 της συμφωνίας, το οποίο είναι στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου, η συλλογική άμυνα περιορίζεται σε ένοπλες επιθέσεις κατά του εδάφους/επικράτειας του ενός, υπέρ του οποίου θα ασκηθεί.
Πρωτίστως εύλογη είναι η απορία τι περιλαμβάνεται στον όρο επικράτεια, κατά την γαλλική εκδοχή «έδαφος». Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το έδαφος αποτελείται από την χερσαία εδαφική περιοχή και τις δύο θαλάσσιες ζώνες, τα εσωτερικά ύδατα και την αιγιαλίτιδα ζώνη. Στον ίδιο όρο περιλαμβάνεται και ο υπερκείμενος εναέριος χώρος των περιοχών αυτών. Αυτή η κατανομή έχει επιβεβαιωθεί από το Διεθνές Δικαστήριο. Με τον προσδιορισμό αυτό η αμυντική συνδρομή της ελληνογαλλικής συμφωνίας, παρέχει δίχτυ ασφαλείας στην ελληνική επικράτεια, σε χερσαία εδάφη ή νησιά, καθώς και στην αιγιαλίτιδα ζώνη.

Δεν συνιστούν έδαφος οι περιοχές όπου το κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, όπως η αποκλειστική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας, είτε αρμοδιότητες ή δικαιοδοσίες στους πόρους της ΑΟΖ. Τα δικαιώματα αυτά είναι λειτουργικά, ειδικού σκοπού, συνδέονται με συγκεκριμένες δραστηριότητες εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου που διασφαλίζονται ως κυριαρχικά δικαιώματα, τα οποία όμως δεν συγχέονται με κυριαρχία. Κατά το Διεθνές Δικαστήριο ο βυθός της υφαλοκρηπίδας δεν αποτελεί έδαφος, ούτε υπόκειται σε πράξη κυριαρχίας, αποτελεί τμήμα ανοικτής θάλασσας, ελεύθερο στην κοινή χρήση. Προηγείται όμως ως κυριαρχικό δικαίωμα έναντι της ελευθερίας της θάλασσας η γεώτρηση ή εξόρυξη υδρογονανθράκων επί οριοθετημένης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.

Η εφαρμογή της διάταξης της συμφωνίας αμυντικής συνδρομής κρίνεται εντός συγκεκριμένου πλαισίου: η ένοπλη επίθεση -η οποία συνιστά προϋπόθεση της άσκησης της νόμιμης άμυνας υπό την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη/ΗΕ- στην κρίση της διεθνούς δικαιοσύνης, πρέπει να είναι σοβαρή και μεγάλης έκτασης και έντασης. Επιπλέον πρέπει να τηρούνται η αναγκαιότητα και αναλογικότητα, ήτοι να εξαντλούνται πρώτα τα ηπιότερα μέσα και η άμυνα να είναι αναλογική. Δεν δικαιολογείται η άσκηση άμυνας έναντι απειλών ή χαμηλής έντασης επιθέσεων. Δευτερευόντως, επειδή η συμφωνία είναι αμφοτεροβαρής, η αναφορά σε έδαφος αφορά πρωτίστως στην Γαλλική επικράτεια, αλλά μπορεί να αποσαφηνιστεί ότι δεν έχει ισχύ σε κτήσεις εκτός μητροπολιτικής χώρας.

Περαιτέρω εύλογες απορίες που χρήζουν διευκρινήσεων: τι γίνεται σε περίπτωση παραβίασης των κυριαρχικών δικαιωμάτων υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ; Η απάντηση είναι ότι δεν εγείρεται νόμιμη άμυνα. Το κράτος πρέπει να αντιμετωπίσει την παραβίαση με τα ηπιότερα αντίμετρα. Η ένοπλη επίθεση κατά της πλατφόρμας εξόρυξης συνιστά λόγο άμυνας; Η απάντηση είναι ναι για την περίπτωση της Ελλάδας αλλά μάλλον δεν στοιχειοθετείται υποχρέωση της Γαλλίας να συνδράμει αμυντικά στο βαθμό που η πλατφόρμα δεν αποτελεί έδαφος.

Όλα αυτά είναι θέματα τα οποία ίσως διευκρινισθούν μέσα από διαβουλεύσεις. Πάντως στο παρελθόν η Γαλλία επέδειξε ανάλογη συνδρομή όταν η Ελλάδα αντιμετώπιζε την συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας για παράνομη έρευνα υδρογονανθράκων σε μη οριοθετημένες περιοχές υφαλοκρηπίδας, διεκδικούμενες από την Ελλάδα.

Αναδημοσίευση: Ατέρμονοι πόλεμοι και αμηχανία της διεθνούς κοινότητας | Η Εφημερίδα των Συντακτών (efsyn.gr) | 11.06.2021, 06:30

Η ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής στη χώρα μας επικεντρώνεται κυρίως σε θέματα όπως τα ελληνοτουρκικά, το Κυπριακό και οι σχέσεις μας με τους βόρειους γείτονες. Αυτό είναι λογικό, δεδομένων των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική εξωτερική πολιτική.

Page 1 of 4