Members' Blog

The Council of Foreign Relations - Greece, is an organization founded by 60 leading academics, specializing in international relations, economics, institutions and politics.

 

Disclaimer: All opinions and arguments expressed by CFIR-GR are personal and do not necessarily reflect those of the organization. 

Με αφορμή τα 100 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (15-16/7) φιλοξένησε απόψεις ειδικών γα τις πολιτκές συνέπειες που φτάνουν έως σήμερα και διαμορφώνουν τις ελληντουρκικές σχέσεις. .

Ανάμεσα στους συντάκτες, γράφουν η Κωνσταντίνα Μπότσιου και ο Πέτρος Λιάκουρας.

Ακολουθούν τα κείμενα:

BOTSs 0723

 

 

LIAK1 0723LIAK2 0723

ΥΠΕΞ

Γράφει ο Πέτρος Λιάκουρας, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές», στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα ΝΕΑ (1/7/2023).

Στη νέα τετραετία της κυβέρνησης τα εθνικά θέματα και η παρουσία  της Ελλάδας στη διεθνοπολιτική σκηνή θα βρεθούν ψηλά στην ατζέντα.  Στην ηγεσία του ΥΠΕΞ ορίσθηκε η ομάδα Μαξίμου που χειρίστηκε θέματα εξωτερικής πολιτικής την προηγούμενη τετραετία, με επικεφαλής υπουργό τον Γ. Γεραπετρίτη, πανεπιστημιακό της απόλυτης εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού, προσδίδοντας μια ιδιαίτερη σημειολογία.  

Το πλαίσιο των θεμάτων στο οποίο πρέπει η χώρα να εστιάσει περιλαμβάνει:

1. Τα θέματα θαλάσσιων ζωνών που είναι η κύρια προτεραιότητα. Η οριοθέτηση με την Αίγυπτο κατοχύρωσε τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Αν.Μεσόγειο. Τη συμφωνία με την Ιταλία περί οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών πολλαπλών χρήσεων συμπλήρωσε αφενός η θέσπιση εσωτερικών υδάτων με τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και κλεισίματος κόλπων και αφετέρου η διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ σε  όλο το γεωγραφικό μήκος του Ιονίου μέχρι το Ταίναρο. Όμως εκκρεμεί η τυπική θέσπιση ΑΟΖ ώστε να ασκεί η Ελλάδα στην οριοθετημένη περιοχή τις προβλεπόμενες από το δίκαιο θάλασσας αποκλειστικές αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες, άδειες αλιείας, θαλάσσιας έρευνας και εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.    

2. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να θεσπιστεί και συνορεύουσα ζώνη για να ολοκληρωθεί η συμφωνία με την Ιταλία. Πρόκειται για θαλάσσια ζώνη αμιγώς διοικητικού - αστυνομικού ελέγχου, που εκτείνεται στα 24νμ μετά το όριο των 12νμ της αιγιαλίτιδας ζώνης. Εφόσον θεσπιστεί συνορεύουσα ζώνη η Ελλάδα θα ασκεί εντός αυτής προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο και αρμοδιότητα να αποτρέψει ή να τιμωρήσει την παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας, καθώς και δημοσιονομικών και υγειονομικών κανόνων. Λόγω και των αθρόων ροών παράτυπης μετανάστευσης, η θέσπιση συνορεύουσας ζώνης ως πρώτο βήμα, καθίσταται επιτακτική στο Ιόνιο και στα δυτικά και νότια της Κρήτης. 

3. Αξιοποιώντας τη συγκυρία που ευαισθητοποίησε την διεθνή κοινή γνώμη με την τραγωδία της Πύλου, μπορεί να αναληφθεί ελληνική πρωτοβουλία για διαβούλευση με γειτονικά κράτη όσον αφορά σε δημιουργία ζώνης προστασίας ανθρώπινης ζωής ως μέσο προληπτικής διάσωσης στα διεθνή ύδατα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αξιολογείται εάν, υπό τις αντίξοες συνθήκες με κίνδυνο ναυαγίου, προέχει η ανάγκη διάσωσης έναντι της υποχρέωσης αποχής από την άσκηση ελέγχου πλοίου παράνομων διακινητών.   

4. Η Ελλάδα πρέπει να ολοκληρώσει την προσπάθεια διαπραγμάτευσης με την Αλβανία, είτε για συμφωνία είτε για παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο, όσον αφορά στη διευθέτηση της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Με τη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12νμ πέριξ των νησιών, ιδιαίτερα των Οθονών και της Ερεικούσσας, έχει μειωθεί κατά τα 2/3 η προς οριοθέτηση περιοχή.  

5. Προέχει η διευθέτηση της οριοθέτησης με τη Λιβύη (με την παρούσα κυβέρνηση της Τρίπολης) με την οποία πρέπει να υπάρξει προσέγγιση προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη στις θαλάσσιες οριοθετήσεις που διαταράχθηκε με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Εάν μάλιστα προηγηθεί προσφυγή της Αιγύπτου με τη Λιβύη για τη διευθέτηση διένεξης που προκάλεσε η μονομερής χάραξη του Αιγύπτιου προέδρου στις θαλάσσιες ζώνες, τότε η έκβαση θα είναι θετική για να ακυρωθεί η τουρκολιβυκή οριοθέτηση. Το Δικαστήριο θα οριοθετήσει χωρίς να δεσμεύει η τουρκολιβυκή οριοθέτηση, αναγνωρίζοντας τις διεκδικήσεις της Αιγύπτου και έτσι δημιουργείται προηγούμενο για να προσφύγει και η Ελλάδα.   

6. Όσον αφορά στα ελληνοτουρκικά, το γεγονός ότι έχει δημιουργηθεί θετικό κλίμα μεταξύ των δύο χωρών και λόγω μορατόριουμ, συνθέτει ένα momentum που πρέπει να αξιοποιηθεί. Η κυβέρνηση με την άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει μπροστά της μια μοναδική ίσως και τελευταία ευκαιρία. Η αναμενόμενη συνάντηση των δύο ηγετών στο Βίλνιους είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποφασιστεί ο διάλογος, καθοριστικό βήμα, αφού τα λοιπά βήματα μπορεί να συζητηθούν στις διερευνητικές επαφές που πρέπει να ενεργοποιηθούν, προκειμένου να διαμορφώσουν την ατζέντα της διαπραγμάτευσης. 

7. Η πολιτική βούληση είναι απαραίτητη για να μεγιστοποιήσει την αξία και να δημιουργήσει αμοιβαίο όφελος. Η κυβέρνηση πρέπει να αδράξει την ευκαιρία, να αντιπαρέλθει εμπόδια και να υπερκεράσει τα νέα κοινοβουλευτικά δεδομένα με ακροδεξιούς-εθνικιστές. Αυτό σημαίνει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία πρέπει να παραμείνει αρραγής, να ενημερώσει την κοινή γνώμη για το όφελος του διαλόγου, χωρίς δαιμονοποίησή του και να τολμήσει την ειρηνική διευθέτηση στα ελληνοτουρκικά.  

Πέτρος Λιάκουρας, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές», στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Οι επικείμενες εκλογές στην Τουρκία έχουν υψηλό ενδιαφέρον, καθώς αναδεικνύουν όχι μόνον την αντιπαράθεση Ερντογάν με την αντιπολίτευση των έξι κομμάτων, την Εθνική Συμμαχία, αλλά ταυτοχρόνως, αποκαλύπτουν το πολιτικό πλαίσιο κάθε πλευράς. Το εκλογικό αποτέλεσμα θα σηματοδοτήσει εάν επέλθουν ριζικές αλλαγές, αφενός στο εσωτερικό με την αναθεώρηση ή όχι του συντάγματος αποκαθιστώντας την κοινοβουλευτική δημοκρατία και αφετέρου στον εξωτερικό προσανατολισμό της. Μένει να αποδειχθεί εάν το αντιδυτικό χαρτί του Ερντογάν είναι εργαλείο συναλλαγής ή εάν ταλαντεύεται μεταξύ Δύσης και Ευρασίας. Βεβαίως παραμένει ζητούμενο η σχέση με την Ελλάδα.

Στις εξαγγελίες της Εθνικής Συμμαχίας προέχει η συνταγματική αναθεώρηση. Προς τούτο η θητεία της, εάν εκλεγεί, θα είναι διετής με στόχο τη διεξαγωγή εκλογών με νέο σύνταγμα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2017 έδωσε παντοδυναμία μονάρχη στον Ερντογάν, ο οποίος μετέβαλε ριζικά τη φυσιογνωμία της Τουρκίας εδραιώνοντας τον ισλαμισμό και το αυταρχικό κράτος. Με υπερεξουσίες και επιλεκτικές διεθνείς σχέσεις ουδετερότητας, κατέχει ρωσικά S-400 προκαλώντας ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, απαιτεί σχέσεις a la carte με τη Δύση, καλλιεργεί αντι-αμερικανισμό, βλέπει χώρες της δύσης να κρατούν αποστάσεις. Με εργαλείο τον αντιτρομοκρατικό νόμο ασκεί διώξεις κατά των πολιτικών αντιπάλων του, φιμώνει επίδοξους επικριτές του,  παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου.  

Ως προς την Ελλάδα στο μανιφέστο της η Εθνική Συμμαχία απέχει από το δόγμα του Ερντογανικού αναθεωρητισμού, προκρίνει την ομαλή σχέση με ειρηνική επίλυση των διαφορών, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν θα ανέχονταν εξέλιξη που θα στερούσε την Τουρκία από κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο. Ίσως ακανθώδες σημείο στη σχέση παραμείνει η τουρκολιβυκή οριοθέτηση, η οποία εάν αξιοποιηθεί θα εγκυμονεί κινδύνους σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Εκπρόσωποι του Ρεπουμπλικανικού κόμματος πάντως εισηγούνται εναλλακτικά προς άρση του αδιεξόδου, να δρομολογηθεί οριοθέτηση στο πλαίσιο Μεσογειακής Διάσκεψης.  

Το Κυπριακό παραμένει ζωτικό θέμα για όλο το πολιτικό φάσμα της Τουρκίας. Κατά τον Τσαβούσογλου, αποτελεί το 50% των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επισημαίνοντας τις επιπτώσεις του ναυαγίου στο Κραν Μοντανά. Eνόψει ομοσπονδίωσης του νησιού, η Τουρκία επιδιώκει προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, άρση απομόνωσης της κοινότητάς τους, ενώ στηρίζει την «ΤΔΒΚ».

Η επιθετική ρητορική Ερντογάν κατά της  Ελλάδος θα διατηρηθεί σε όλη την προεκλογική περίοδο, ενώ ταυτοχρόνως σκληραίνει τη στάση του έναντι της αντιπολίτευσης για τις δυτικόστροφες επιλογές της, δηλώνοντας ότι δεν θα εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα έναντι των F-35. Προκαλεί ερωτηματικά αποστροφή του απόστρατου ναυάρχου Γιαϊτσί -γνωστού από τη «Γαλάζια Πατρίδα»- ότι το κενό που θα προκληθεί εάν η Τουρκία αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ θα καλυφθεί από Ισραήλ και Κύπρο. Είναι σενάριο που αποκωδικοποιούμενο  ίσως αποκαλύπτει κάποια περιρρέουσα μύχια πρόθεση και  σκέψεις για αναζήτηση ηγετικού ρόλου του τούρκου προέδρου στην Ευρασία, εξασφαλίζοντάς του ενισχυμένη θέση όταν συναλλάσσεται με τη Δύση.   

Η γεωπολιτική δυναμική που έχει δημιουργήσει και ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν διαφεύγει του Ερντογάν, που θέλει και επιχειρεί να έχει τον δικό του ρόλο. Άλλωστε η  ευελιξία και η προσαρμοστικότητα που τον χαρακτηρίζουν, στο άμεσο μέλλον θα τον οδηγήσουν στις επιλογές που η διεθνοπολιτική ρουλέτα θα προκαλέσει.

Είναι ερωτηματικό εάν ο Ερντογάν κινηθεί στο ίδιο ρητορικό μοτίβο κατά της Ελλάδας σε περίπτωση επανεκλογής του. Η ατζέντα με την αποστρατιωτικοποίηση και τις γκρίζες ζώνες ήδη είναι on record στις επιστολές προς τον ΟΗΕ. Παρόλα αυτά η πρόσκλησή του προς την Ελλάδα για διάλογο θα είναι πιθανόν άμεση, σε συνέχεια πολύ πρόσφατης πρότασης περί επανεκκίνησης των διερευνητικών επαφών. Υπό οιεσδήποτε συνθήκες η ελληνική κυβέρνηση μετά τις εκλογές θα πρέπει να αξιοποιήσει το χρόνο, να αδράξει την ευκαιρία. να κάνει πράξη αυτό που θεωρητικά συζητείται, ότι με το διάλογο, χωρίς να δαιμονοποιείται, διευθετούνται διαφορές που δεν λύνει η αποτροπή και κατοχυρώνονται τα κυριαρχικά δικαιώματα υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ με συμφωνία/δικαστική διευθέτηση.    

ΤΑ ΝΕΑ 17/12/2022 - Σελ. 45 - Αθανάσιος Πλατιάς, καθηγητής Στρατηγικής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς 
 
Μια από τις αρνητικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία είναι η αποδυνάμωση του καθεστώτος για την μη διασπορά των πυρηνικών όπλων.  Η γεωπολιτική αστάθεια αύξησε τα κίνητρα απόκτησης πυρηνικών όπλων από χώρες με πυρηνικές φιλοδοξίες, ενώ ταυτόχρονα μειώθηκαν τα αντικίνητρα αφού οι μεγάλες  πυρηνικές δυνάμεις που συνεργάζονταν για τον έλεγχο της διασποράς των πυρηνικών όπλων βρίσκονται  σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. 
 
Ένα σημαντικό εργαλείο  περιορισμού της διασποράς των πυρηνικών όπλων ήταν οι “εγγυήσεις ασφαλείας” που έδιναν οι “κατέχοντες” πυρηνικά όπλα σε “μη κατέχοντες” ώστε να αποτρέψουν πυρηνικοποιήσεις. Τέτοιες εγγυήσεις δόθηκαν το 1994 από Ρωσία, ΗΠΑ, Βρετανία στην Ουκρανία για να απεμπολήσει το πυρηνικό οπλοστάσιο που κληρονόμησε από την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι εγγυήσεις αυτές αποδείχθηκαν κενές περιεχομένου  και οι Ουκρανοί έχουν μετανιώσει για την τότε απόφαση τους. 
 
 Άσχημο τέλος είχαν επίσης ηγεσίες που απεμπόλησαν τα πυρηνικά  προγράμματα των χωρών τους, όπως έκαναν οι Σαντάμ Χουσείν και Καντάφι. Αντίθετα, καθεστώτα, όπως αυτό της Βορείου Κορέας και του Ιράν,  που διατήρησαν τα πυρηνικά τους προγράμματα φαίνεται να μακροημερεύουν. Τα παθήματα αυτά έγιναν μαθήματα για τις ηγεσίες χωρών  με πυρηνικές “ανησυχίες” ,όπως η Τουρκία. Όπως δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος  Ερντογκαν “αν έχεις πυρηνικά όπλα δεν μπορούν να σε πειράξουν”.
 
Η Τουρκία, παρότι είναι μέρος ενός πλέγματος συμφωνιών για την μη διασπορά των πυρηνικών όπλων, δεν κρύβει την αντίθεσή της με τις ρυθμίσεις των συμφωνιών αυτών τις οποίες θεωρεί άδικες. Όπως επισήμανε  τον Σεπτέμβριο  του 2019  ο Τουρκος πρόεδρος Ερντογάν “ορισμένες χώρες έχουν πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές  ενώ εμείς δεν έχουμε. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από εμάς”.  Η Τουρκία δεν μένει μόνο στα λόγια, αλλά  επιδίδεται στα αναγκαία έργα υποδομής που απαιτούνται για την κατασκευή  πυρηνικών όπλων σε εύλογο χρονικό διάστημα, εάν αυτό απαιτηθεί από την γεωπολιτική συγκυρία.
 
Πρώτον, κάτω από την ομπρέλα ενός φιλόδοξου προγράμματος πυρηνικής ενέργειας με την Ρωσία εκπαιδεύει εκεί στρατιές πυρηνικών επιστημόνων (αντίστοιχου μεγέθους με το Ιράν και την Βόρειο Κορέα).
 
Δεύτερον, έχει επιδοθεί στην απόκτηση τεχνογνωσίας και μέσων ώστε να καλύψει αυτόνομα όλο το φάσμα του  κύκλου πυρηνικών καυσίμων  (nuclear fuel cycle) από την εξόρυξη ουρανίου μέχρι τον εμπλουτισμό του ουρανίου (enrichment) που, ως γνωστόν, χρησιμοποιείται ως σχάσιμο υλικό σε πυρηνικά όπλα. 
 
Τρίτον, διατηρεί  στενή στρατιωτική συνεργασία με το  Πακιστάν, με το οποίο έχει ιστορικό “σκοτεινών”  πυρηνικών συναλλαγών.  Την δεκαετία του 1980 διευκόλυνε  το Πακιστάν στην απόκτηση απαγορευμένου υλικού αναγκαίου για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ενώ ο αρχιτέκτονας του πακιστανικού πυρηνικού προγράμματος Χαν ανταπέδωσε αργότερα την εξυπηρέτηση προσφέροντας στην Τουρκία τεχνογνωσία και, όπως φημολογείται, συσκευές φυγοκέντρισης εμπλουτισμού ουρανίου. Το δίκτυο “μαύρης αγοράς” του Χαν, όπου συμμετείχαν τουρκικές εταιρίες, έκανε  αντίστοιχες  πυρηνικές συναλλαγές με Βόρειο Κορέα, Ιράν και Λιβύη. 
 
Τέταρτον, η Τουρκία έχει επιδοθεί σε ένα πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς ως αναγκαίο συμπλήρωμα του πυρηνικού της προγράμματος, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα διανομής πυρηνικών κεφαλών.
 
Η στρατηγική της υπολανθάνουσας πυρηνικοποίησης που ακολουθεί η Τουρκία έχει πολλαπλούς στόχους:
 
  1. Εξισορρόπηση του Ισραήλ, του οποίου το πυρηνικό οπλοστάσιο έχει βρεθεί συχνά στο στόχαστρο του Ερντογάν.
  2. Αντιστάθμιση κινδύνου από τα εκκολαπτόμενα  πυρηνικά προγράμματα του Ιράν και της Σαουδικής Αραβιας.
  3. Εξασφάλιση στρατηγικής αυτονομίας απο τις ΗΠΑ.
  4. Εκβιασμό αντιπάλων. Ήδη ο Ερντογάν απείλησε πριν λίγες μέρες την Ελλάδα με πλήγματα βαλλιστικών πυραύλων, “εάν δεν μείνει ήρεμη”. 
  5. Παροχή προστασίας στα κράτη- δορυφόρους της εκκολαπτόμενης τουρκικής αυτοκρατορίας στον Καύκασο, την Κεντρική Ασία,  τα Βαλκάνια και την Αφρική.

Το Βήμα, 11/12/2022

Του Αθανασίου Πλατιά, Καθηγητή Στρατηγικής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς 

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή από μια ισχυρή χώρα  περιφερειακού βεληνεκούς, την Τουρκία, η οποία φιλοδοξεί  τις επόμενες δεκαετίες  να μετατραπεί  σε μεγάλη δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας.  Επιδιώκοντας απροκάλυπτα την μετατροπή της σε αυτοκρατορία η Τουρκία ασκεί πολιτικές ισχύος που περιλαμβάνουν την εμπλοκή σε  μια σειρά πολέμων  (Συρία, Ιράκ, Λιβύη και Καύκασος) και την κατάληψη εδαφών σε δύο γειτονικές χώρες (Συρία, Ιράκ), πέραν των κατεχομένων στην Κύπρο. Ταυτόχρονα διευρύνει την ισχύ της στον Καύκασο και την Κεντρική  Ασία εκμεταλλευόμενη το κενό ισχύος που αφήνει η ραγδαία αποδυνάμωση της Ρωσίας στις περιοχές αυτές (βλ. την γεωπολιτική αναγέννηση του Οργανισμού Τουρκογενών Κρατών.)

Η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας και η προβολή ακραίων διεκδικήσεων είναι εμφανής ιδιαίτερα  στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Τουρκία αμφισβητεί πλέον ανοικτά τον εδαφικό διακανονισμό της συνθήκης της Λωζάννης, θέτοντας θέματα κυριαρχίας νήσων στο μισό Αιγαίο (δηλ. ανατολικά του 25ου παραλλήλου)  καθώς και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή την κυριαρχία.  Ταυτόχρονα παρεμποδίζει την Ελλάδα και την Κύπρο να εκμεταλλευτούν τα υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στις ΑΟΖ τους, αναπτύσσει το επεκτατικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και ασκεί εκβιαστική διπλωματία απειλώντας με πόλεμο  (casus belli, “θα ρθουμε νύχτα”).
Η ελληνική υψηλή στρατηγική καλείται  να επιλέξει τρόπους ανάσχεσης αυτής της επιθετικότητας. Θεωρητικώς, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιλέξει στρατηγική κατευνασμού προβαίνοντας σε παραχωρήσεις που θα ικανοποιούσε τις τουρκικές απαιτήσεις. Όμως κάτι τέτοιο αντί να  αποθαρρύνει  θα ενθάρρυνε  την Τουρκία. Πολύ περισσότερο έχει απορρίψει η Ελλάδα την στρατηγική Φιλανδοποιησης, δηλ.  πρόσδεσης στο τουρκικό άρμα και την μεταβολή της χώρας σε δορυφόρο της γείτονος. 

Ως μόνη βιώσιμη ελληνική στρατηγική απομένει έτσι η εξισορρόπηση, δηλαδή η αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών μέσω της εσωτερικής ενδυνάμωσης και της αναζήτησης συμμαχιών. Τα τελευταία χρόνια, μετά από μια δεκαετία απραξίας,  η Ελλάδα έχει επενδύσει σε μια σειρά  εξοπλιστικών προγραμμάτων με έμφαση στην εξισορρόπηση της τουρκικής ποσοτικής υπεροχής μέσω τεχνολογικής αντιστάθμισης, όπως για παράδειγμα ο εκσυχρονισμός των F16, η απόκτηση των  Ραφάλ, η δρομολογούμενη  απόκτηση των F35, η αγορά υπερσύγχρονων φρεγατών , η επικείμενη προμήθεια κορβετών. Η εξισορρόπηση δεν σημαίνει συμμετρικό ανταγωνισμό  (δηλαδή, ευρώ προς ευρώ και οπλικό σύστημα προς οπλικό σύστημα) για την απόκτηση στρατιωτικών  μέσων, γιατί η Ελλάδα, που αντιμετωπίζει οικονομικούς και δημογραφικούς περιορισμούς είναι αναγκασμένη να προβαίνει σε αποτελεσματική  χρήση των πόρων της.

Οσον αφορά την εξωτερική εξισορρόπηση   οι προσπάθειες της ελληνικής πλευράς έχουν επικεντρωθεί στην εμβάθυνση  στρατηγικών δεσμών με μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, οι οποίες είναι σε θέση να παράσχουν αξιόπιστη ασπίδα ασφαλείας στην Ελλάδα. Η εμβάθυνση αυτών των σχέσεων έχει ήδη αποφέρει στην Ελλάδα δύο σημαντικότατες διμερείς αμυντικές συμφωνίες, που εμπεριέχουν δεσμεύσεις ή/και ρήτρες  αμοιβαίας συνδρομής. Η ενεργοποίηση αυτών των δεσμεύσεων σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης προφανώς δεν είναι αυτόματη, όμως η συμβολή τους στην αποτροπή επιθετικών ενεργειών είναι δεδομένη, αφού δημιουργούν αβεβαιότητα  στην Τουρκία ως προς την πιθανή αντίδραση των δύο αυτών μεγάλων δυνάμεων. Το πιο σημαντικό όμως πλεονέκτημα είναι ότι οι στρατηγικές αυτές συμμαχίες έχουν  ανοίξει τον δρόμο για την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων με ισχυρότατα οπλικά συστήματα υψηλής  τεχνολογίας που ανατρέπουν την υφιστάμενη στρατιωτική ισορροπία και καθιστούν την Ελλάδα ικανή να ακυρώσει στην πράξη ενδεχόμενη επιθετική ενέργεια της Τουρκίας. Οι μεγάλες αυτές δυνάμεις δημιουργώντας συνθήκες ποιοτικής υπεροχήςτων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων έναντι των τουρκικών διασφαλίζουν την στρατηγική σταθερότητα στην περιοχή χωρίς να χρειάζεται η δική  τους εμπλοκή, πράγμα που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Με αυτό τον τρόπο τα εξοπλιστικά προγράμματα παίζουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική υψηλή στρατηγική και αποτελούν τον πυλώνα της ελληνικής αποτροπής.

Του Ιωάννη Λ. Κωνσταντόπουλου[i]

(in.gr – 15/08/2022)

Η κατασκοπεία ως τέχνη ασκείται από την προϊστορία και την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας. Για τους ιστορικούς η κατασκοπεία αποτελεί το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα, για τους εγκληματολόγους δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα έγκλημα εναντίον της κυβέρνησης ενός κράτους, για τους νομικούς είναι μία παραβίαση του εθνικού και του διεθνούς δικαίου, ενώ για τις σύγχρονες υπηρεσίες πληροφοριών (ως γραφειοκρατίες) και τους αξιωματούχους τους, αποτελεί την άσκηση μίας διαχρονικής τέχνης. Στην εποχή μας, εκείνοι που τη μελετούν ή την ασκούν την ονομάζουν «Πληροφόρηση» (Intelligence) και εκτός από τέχνη, αποτελεί πλέον και επιστήμη.