Η κρίση του Σουέζ αποτέλεσε σημείο καμπής στη διεθνή πολιτική. Επιβεβαίωσε, με τον πιο ταπεινωτικό για τη Βρετανία τρόπο, τη μεταφορά της ηγεμονίας από το Λονδίνο στην Ουάσιγκτον. Η Βρετανία εξήλθε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποδυναμωμένη. Ο πόλεμος είχε υπονομεύσει την ικανότητά της να συντηρεί μια παγκόσμια αυτοκρατορία. Ταυτόχρονα, η άνθιση των εθνικιστικών και αντιαποικιακών κινημάτων οδήγησε στην απώλεια κρίσιμων αυτοκρατορικών κτήσεων (Ινδία, Βιρμανία, Κεϋλάνη). Για μια αυτοκρατορία που ήδη έπνεε τα λοίσθια η κρίση του Σουέζ αποτέλεσε την ταφόπλακα.
Η Διώρυγα αποτελούσε τον κεντρικό κόμβο της βρετανικής στρατηγικής, συνδέοντας τη Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό και εξασφαλίζοντας μια ζωτικής σημασίας οδό για το εμπόριο και τη μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή. Η βρετανική κυριαρχία βασιζόταν όχι μόνο στη ναυτική ισχύ, αλλά και στον έλεγχο των στρατηγικών υποδομών μέσω των οποίων διεξαγόταν το παγκόσμιο εμπόριο. Το Σουέζ ήταν επομένως ταυτόχρονα σύμβολο και εργαλείο της βρετανικής ισχύος.
Τον Ιούλιο του 1956 ο αιγύπτιος πρόεδρος Νάσερ εθνικοποίησε την Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ. Το Λονδίνο ευλόγως θεώρησε την απόφαση αυτή απειλή για ό,τι είχε απομείνει από το αυτοκρατορικό οικοδόμημα. Ο πρωθυπουργός Άντονι Ίντεν προχώρησε σε μυστική συνεννόηση με τη Γαλλία και το Ισραήλ με στόχο την ανατροπή των τετελεσμένων. Στα τέλη Οκτωβρίου το Ισραήλ εισέβαλε στη χερσόνησο του Σινά και ακολούθησε η βρετανογαλλική στρατιωτική επέμβαση. Η επιχείρηση, επιτυχημένη στο επιχειρησιακό επίπεδο, αποδείχθηκε καταστροφική στο στρατηγικό.
Η αποφασιστική αντίδραση δεν προήλθε ούτε από την Αίγυπτο ούτε από την ΕΣΣΔ, αλλά από τον στενότερο σύμμαχο της Βρετανίας, τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ αντέδρασε φοβούμενος ότι μια ευρωπαϊκή αποικιακή επέμβαση θα ενίσχυε τη σοβιετική επιρροή στον αραβικό κόσμο και θα υπονόμευε τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τα νεοσύστατα ανεξάρτητα κράτη. Η Ουάσιγκτον δεν είχε κανένα συμφέρον να επιτρέψει στη Βρετανία και τη Γαλλία να αποκαταστήσουν την αυτοκρατορική επιρροή τους σε μια περιοχή κρίσιμη για τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα. Έτσι, οι ΗΠΑ οπλοποίησαν τη χρηματοοικονομική τους ισχύ για να εκβιάσουν το Λονδίνο. Η στερλίνα δέχθηκε σφοδρές πιέσεις και οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν σε ταπεινωτική υποχώρηση για να διασώσουν το νόμισμά τους.
Το επεισόδιο αποκάλυψε πόσο δραματικά είχε μεταβληθεί η διεθνής κατανομή ισχύος υπέρ των ΗΠΑ. Η μεταβολή αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για τη θαλάσσια πρωτοκαθεδρία. Για περισσότερο από έναν αιώνα, η Βρετανία υπήρξε ο βασικός εγγυητής της διεθνούς θαλάσσιας τάξης. Το πολεμικό της Ναυτικό, οι υπερπόντιες βάσεις, τα εμπορικά δίκτυα, οι χρηματοπιστωτικοί της θεσμοί στήριζαν ένα αυτοκρατορικό σύστημα που βασιζόταν στον έλεγχο των στρατηγικών θαλάσσιων διαδρομών. Το Σουέζ κατέστησε φανερό ότι το σύστημα αυτό είχε ήδη περάσει στον έλεγχο της Ουάσιγκτον.
Ίσως, όμως, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της κρίσης ήταν ο αιφνιδιασμός των Βρετανών. Η βρετανική ηγεσία πίστευε ότι η «μεγάλη συμμαχία» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι στενοί πολιτισμικοί δεσμοί και η λεγόμενη αγγλοαμερικανική «ειδική σχέση» θα εξασφάλιζαν την υποστήριξη – ή τουλάχιστον την ανοχή – της Ουάσιγκτον. Γι’ αυτό η αμερικανική αντίδραση προκάλεσε σοκ. Οι Βρετανοί είχαν πέσει θύμα της δικής τους προπαγάνδας: πίστεψαν ότι το αφήγημα της «ειδικής σχέσης» ισοδυναμούσε με άνευ όρων αμερικανική συμμαχική δέσμευση. Πίστεψαν ότι η κοινή ιστορία και οι κοινές αξίες θα υπερίσχυαν των αντικρουόμενων στρατηγικών συμφερόντων.
Όμως η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί έτσι. Οι συμμαχίες δεν είναι ποτέ μόνιμες·αλλάζουν σύμφωνα με τις μεταβολές στον συσχετισμό δυνάμεων, τις απειλές και τα διακυβευόμενα συμφέροντα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα συμφέροντα των ΗΠΑ συνέπεσαν συγκυριακά με εκείνα της αντίπαλης Σοβιετικής Ένωσης και απέκλιναν από τα συμφέροντα των συμμάχων τους.
Οι συνέπειες ξεπέρασαν κατά πολύ τη διώρυγα. Η Αίγυπτος εξήλθε στρατηγικά κερδισμένη παρά τη στρατιωτική της ήττα. Ο Νάσερ αναδείχθηκε σε σύμβολο του αραβικού εθνικισμού. Η Βρετανία έχασε την αυτοκρατορική της αίγλη. H Ουάσιγκτον εδραίωσε την ηγεμονία της στην περιοχή.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα, το δίδαγμα της κρίσης παραμένει επίκαιρο. Οι συμμαχίες αποτελούν απαραίτητα εργαλεία εθνικής στρατηγικής, αλλά η αξιοπιστία τους εξαρτάται από τη σύγκλιση συμφερόντων και την κατανομή ισχύος. Οι κοινές αξίες, οι ιστορικοί δεσμοί, οι ιδεολογικές συμπλεύσεις μπορούν να ενισχύσουν τη συνεργασία. Δεν μπορούν, όμως, να εξαλείψουν τις συγκρούσεις συμφερόντων ούτε να εγγυηθούν υποστήριξη υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Τα κράτη συνεργάζονται επειδή η συνεργασία εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Όταν τα συμφέροντα μεταξύ συμμάχων αποκλίνουν, ο συσχετισμός ισχύος καθορίζει ποια πλευρά θα επιβάλει τις προτιμήσεις της
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Βήμα, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026, στην στήλη Νέες Εποχές, στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 70 χρόνια από την Κρίση του Σουέζ.
