Για ποιους λόγους συνέκλιναν στην επίθεση εναντίον της Αιγύπτου τον Οκτώβριο του 1956 η Βρετανία, η Γαλλία και το Ισραήλ; Οι δύο πρώτες ήταν αποικιακές αυτοκρατορίες σε κρίση. Με το πραξικόπημα των αιγύπτιων εθνικιστών αξιωματικών το 1952 η Βρετανία είχε απολέσει τον έλεγχο της χώρας και με την εθνικοποίηση της διώρυγας το 1956 έχανε και τον έλεγχο του Σουέζ. Στο Λονδίνο επικρατούσε ακόμα η αντίληψη ότι, παρά την εξελισσόμενη αποαποικιοποίηση, θα μπορούσε να εξακολουθήσει ένα είδος εμμέσου ελέγχου σε σημεία όπως το Σουέζ και η Κύπρος, σε χώρες όπως το Ιράκ και η Ιορδανία, έστω και με τη συνδρομή των Αμερικανών, όπως είχε συμβεί στο Ιράν το 1953. Πρωταρχικά μελήματα ήταν ο έλεγχος της Μέσης Ανατολής, κυρίως λόγω του πετρελαίου, και η επιβεβαίωση της Βρετανίας ως μεγάλης δύναμης. Στη σκέψη του βρετανού πρωθυπουργού Αντονι Ιντεν, Συντηρητικού ταυτισμένου με την Αυτοκρατορία, βάραινε το γόητρο. Αυτό προϋπέθετε πολιτική πυγμής την οποία ο Ιντεν αντιπαρέθετε προς τον «κατευνασμό», τον οποίο είχαν επιδείξει η Βρετανία και η Γαλλία έναντι του Χίτλερ στο Μόναχο το 1938 με συνέπεια την έλευση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Είναι ενδιαφέρον ότι στην επιχείρηση για την κατάληψη του Σουέζ ο Ιντεν συνεργάστηκε με κυβερνήσεις και πολιτικούς που κινούνταν στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η πολιτική της γαλλικής κυβέρνησης συνεργασίας Σοσιαλιστών, Ριζοσπαστών του Μαντές Φρανς, της σοσιαλιστικής ομάδας του Φρανσουά Μιτεράν και ενός κεντρώου σχήματος του Ζακ Σαμπάν Ντελμάς με πρωθυπουργό τον σοσιαλιστή Γκι Μολέ διαμορφωνόταν υπό το πρίσμα του πολέμου της Αλγερίας. Το Παρίσι αναγνώρισε το 1956 την ανεξαρτησία του Μαρόκου και της Τυνησίας αλλά απέφευγε να αναγνωρίσει το δικαίωμα της Αλγερίας για απόσχιση, δεδομένης της παρουσίας εκεί ενός εκατομμυρίου Γάλλων. Η συνεχής υποστήριξη των Αλγερινών από το στρατιωτικό καθεστώς της Αιγύπτου έφερνε το Παρίσι σε τροχιά αντιπαράθεσης με το Κάιρο, ενώ ούτως ή άλλως η εθνικιστική πολιτική του αρχηγού του στρατιωτικού καθεστώτος συνταγματάρχη Νάσερ αξιολογείτο από τη γαλλική οπτική ως ρήξη με τη μακρά οικονομική, πολιτική, στρατιωτική και πολιτισμική επιρροή της Γαλλίας στην Αίγυπτο από το τέλος του 18ου αιώνα. Συνεπώς, η γαλλική κυβέρνηση θεώρησε περίπου αυτονόητη τη συνεργασία με τον βρετανικό παράγοντα. Οι Γάλλοι είχαν αποφασιστικό ρόλο στη σύναψη της τριμερούς συμφωνίας των Σεβρών μεταξύ Γαλλίας, Βρετανίας και Ισραήλ καθώς διέθεταν στενές σχέσεις με το Τελ Αβίβ στον στρατιωτικό τομέα και συνέβαλαν στην απάλυνση της δυσπιστίας μεταξύ Βρετανών και Ισραηλινών. Αυτή αναγόταν στην περίοδο του Μεσοπολέμου και στην τελευταία φάση της Βρετανικής Eντολής στην Παλαιστίνη από την οποία οι Βρετανοί αποσύρθηκαν το 1948 υπό την πολιτική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και τον πόλεμο φθοράς της Χαγκάνα, του ένοπλου σκέλους του σιωνιστικού κινήματος στην Παλαιστίνη. Τέλος, το Ισραήλ υπό την κυβέρνηση του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ηγέτη του κόμματος Μαπάι, που μετεξελίχθηκε αργότερα στο Εργατικό Κόμμα, προσερχόταν στη συμφωνία ανήσυχο από το γεγονός ότι η Αίγυπτος επεδίωκε τον αποκλεισμό του από τον κόλπο της Aκαμπα και την Ερυθρά Θάλασσα ενώ παρενοχλείτο συστηματικά στο έδαφός του από Παλαιστίνιους Φενταγίν.
Η συμφωνία των Σεβρών προέβλεπε την επίθεση του Ισραήλ εναντίον της Αιγύπτου και εν συνεχεία την ένοπλη «μεσολάβηση» Βρετανίας και Γαλλίας. Το στρατιωτικό σκέλος της επιχείρησης ήταν επιτυχημένο, καθώς το Ισραήλ κατέλαβε ταχύτατα τη χερσόνησο του Σινά και οι Βρετανοί και οι Γάλλοι το Σουέζ. Η αποτυχία ήταν πολιτική και στρατηγική. Η Βρετανία υπέκυψε στην πολιτική και οικονομική πίεση των Αμερικανών καθώς ο πρόεδρος Aϊζενχάουερ, αντιλαμβανόμενος τις αρνητικές πολιτικές και ιδεολογικές συνέπειες για τη Δύση στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση, δεν μπορούσε να συνταχθεί με τις αποικιακές αυτοκρατορίες, ενώ ταυτόχρονα είχε βαθύτατα ενοχληθεί από τη μονομερή προσπάθεια της Βρετανίας να διαμορφώσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Τόσο η Βρετανία όσο και η Γαλλία ενσωμάτωσαν στον στρατηγικό σχεδιασμό τους το δίδαγμα του Σουέζ αλλά με διαφορετικό τρόπο: Η Βρετανία θεώρησε την ειδική αγγλομερικανική σχέση ως τον μόνο τρόπο να εξακολουθήσει να διαθέτει κάποια διεθνή επιρροή έστω ως ελάσσων εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Γαλλία αντίθετα επέσπευσε τις αργόσυρτες έως τότε διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη της Συνθήκης της Ρώμης και στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στις 25 Μαρτίου 1957 αποβλέποντας σε έναν σημαντικό διεθνή ρόλο μέσω της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τέλος, το Τελ Αβίβ θα διαμόρφωνε οριστικά το στρατηγικό του δόγμα στρεφόμενο αποκλειστικά στην υπερέχουσα δύναμη της Δύσης, στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες με τη σειρά τους κατέστησαν το Ισραήλ άξονα της στρατηγικής τους στη Μέση Ανατολή.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Βήμα, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026, στην στήλη Νέες Εποχές, στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 70 χρόνια από την Κρίση του Σουέζ.

