
Οι εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου είναι ήδη ορατές. Ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται στο πέμπτο έτος του χωρίς ορατή διέξοδο. Οχι μόνο δεν βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του πολέμου, αλλά αντίθετα αυξάνονται οι ενδείξεις γεωγραφικής και λειτουργικής κλιμάκωσής του. Η Ουκρανία κλιμακώνει πλήττοντας σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος ενεργειακές, βιομηχανικές και στρατιωτικές υποδομές της Ρωσίας. Η Μόσχα, από την πλευρά της, κλιμακώνει εντατικοποιώντας τις επιθέσεις εναντίον της Ουκρανίας, χωρίς όμως να μπορεί να επιτύχει αποφασιστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι το «στρατηγικό βάθος» της Ουκρανίας δεν βρίσκεται στο ουκρανικό έδαφος. Βρίσκεται στην Ευρώπη, η οποία παρέχει όπλα, οικονομικούς πόρους, πληροφορίες και διπλωματική υποστήριξη. Αυτό δημιουργεί ισχυρό κίνητρο στη Μόσχα να διευρύνει το γεωγραφικό πεδίο της αναμέτρησης, αυξάνοντας το κόστος για τις χώρες που στηρίζουν το Κίεβο, χωρίς ταυτόχρονα να περάσει το κατώφλι της στρατιωτικής σύγκρουσης με χώρες του ΝΑΤΟ. Κάτι τέτοιο θα δοκίμαζε μεν τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ετσι βλέπουμε επιθέσεις στους κόμβους διοικητικής υποστήριξης που συνδέουν την Ουκρανία με ευρωπαϊκές χώρες (όπως πρόσφατα στα σύνορα Ουκρανίας – Ρουμανίας), υβριδικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις και προσπάθειες διατάραξης μεταφορικών και επικοινωνιακών δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα η Μόσχα μεταφέρει τεχνογνωσία παραγωγής υπερηχητικών πυραύλων στο Ιράν για να αυξήσει το κόστος στις ΗΠΑ. Τέλος, αναζητεί τρόπους να στείλει το ηχηρό μήνυμα (signaling) ότι είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Ολα αυτά προοιωνίζονται περαιτέρω κλιμάκωση.
Κλιμάκωση έχουμε και στον Περσικό Κόλπο. Ο εξάμηνος πόλεμος έχει ήδη περιορίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, έχει επηρεάσει τις θαλάσσιες μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα και έχει αναδιατάξει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές. Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν δείχνει πώς μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί εύκολα να επεκταθεί γεωγραφικά και να αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν μια σειρά άσχετων γεγονότων. Πίσω τους βρίσκονται βαθύτερες μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος.
Η πρώτη είναι η διάχυση και ανακατανομή της ισχύος. Η συγκέντρωση ισχύος στα χέρια των ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η άνοδος της κινεζικής ισχύος αποτελεί τη σημαντικότερη έκφραση αυτής της μεταβολής και έχει οδηγήσει σε έναν νέο, σφοδρό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ανταγωνισμό. Το πεδίο αυτού του ανταγωνισμού βρίσκεται στην περιφέρεια της Ευρασίας (Rimland): από τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τις θάλασσες της Ανατολικής Ασίας. Ολες οι θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Ευρασία «έχουν πάρει φωτιά». Ταυτόχρονα, ισχύς διαχέεται προς μεσαίες δυνάμεις όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Ινδονησία και η Βραζιλία, αλλά και προς μικρότερους κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Εδώ η γεωπολιτική μεταβολή συναντά την τεχνολογική. Drones, εμπορικοί δορυφόροι, φτηνοί αισθητήρες, όπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης και τεχνητή νοημοσύνη έχουν μειώσει το κόστος απόκτησης σημαντικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση ισχύος. Οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία εξακολουθούν να διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη συνολική ισχύ από τους υπόλοιπους δρώντες. Η τεχνολογική διάχυση όμως επιτρέπει σε έναν ασθενέστερο δρώντα να επιβάλλει δυσανάλογο κόστος σε έναν ισχυρότερο. Οι Χούθι δεν χρειάζεται να ελέγχουν την Ερυθρά Θάλασσα για να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα. Αρκεί να αυξήσουν το ρίσκο διέλευσης. Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν: δεν χρειάζεται να κυριαρχεί στον Περσικό Κόλπο για να αυξήσει το κόστος και το ρίσκο διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Η Ουκρανία δεν χρειάζεται να αποκτήσει αεροπορική υπεροχή για να πλήττει κρίσιμες ρωσικές υποδομές σε μεγάλο γεωγραφικό βάθος.
Αλλάζει ταυτόχρονα και η οικονομία του πολέμου. Φτηνά drones αναγκάζουν αμυνόμενους να χρησιμοποιούν πανάκριβα συστήματα προστασίας. Οπλα εξαιρετικής ακριβείας στόχευσης μπορούν πλέον να παραχθούν σε μεγάλους αριθμούς, να δημιουργήσουν κορεσμό στις αντίπαλες άμυνες και να εξαντλήσουν τα αποθέματα κάθε αμυνόμενου. Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει μια ακόμη διάσταση: επιτρέπει την ενοποίηση αισθητήρων, πληροφοριών, επικοινωνιών, διαδικασιών επιλογής στόχων και οπλικών συστημάτων. Ο ανταγωνισμός δεν διεξάγεται πλέον ανάμεσα σε μεμονωμένα οπλικά συστήματα αλλά ανάμεσα σε ολόκληρες στρατιωτικές αρχιτεκτονικές: ποιος συλλέγει καλύτερα πληροφορίες, ποιος τις επεξεργάζεται ταχύτερα και ποιος τις αξιοποιεί αποτελεσματικότερα.
Η δεύτερη βαθιά μεταβολή αφορά την ίδια τη διεθνή τάξη. Οι ΗΠΑ λειτούργησαν επί δεκαετίες ως ο βασικός πυλώνας της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Σήμερα, όμως, δεν μπορούν να υποστηρίξουν τις δεσμεύσεις που συσσώρευσαν στην περίοδο της ηγεμονίας τους. Δεν επαρκούν οι διαθέσιμοι πόροι για να υποστηρίξουν ταυτόχρονα συμμαχίες στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία. Για αυτό προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από τις δεσμεύσεις τους στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ώστε να επικεντρωθούν στην Ανατολική Ασία όπου βρίσκεται ο κύριος ανταγωνιστής τους, η Κίνα.
Ο πόλεμος στον Κόλπο κατέστησε ορατούς τους αμερικανικούς περιορισμούς σε αποθέματα πυρομαχικών, οπλικών συστημάτων, διαθεσιμότητας στρατιωτικών δυνάμεων και γενικότερα δυνατότητας ταυτόχρονης παρουσίας σε πολλά μέτωπα. Για να συγκεντρώσουν δυνάμεις στον Κόλπο, έπρεπε να τις αποσύρουν από το κύριο μέτωπο, την Ανατολική Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αμφισβητεί πλευρές της μεταπολεμικής τάξης που η ίδια οικοδόμησε. Οι ιμπεριαλιστικές πολιτικές της στη Βενεζουέλα, ο εμπορικός πόλεμος κατά του Καναδά και οι απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας ενισχύουν την αβεβαιότητα για τον χαρακτήρα της αμερικανικής ισχύος. Οι ΗΠΑ έχουν πλέον μετατραπεί σε πηγή αστάθειας στο διεθνές σύστημα και συμπεριφέρονται στους συμμάχους τους ως να ήταν δορυφόροι. Ετσι δεν πρέπει να αιφνιδιάζει κανένα ότι οι σύμμαχοί τους αντιδρούν αναζητώντας εναλλακτικές διευθετήσεις ασφαλείας. Η Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν μπορεί να διαβαστεί μέσα από αυτό το πρίσμα. Η ίδια λογική εξηγεί τη συζήτηση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και την αναζήτησή πυρηνικών επιλογών από Νότια Κορέα, Ιαπωνία και Πολωνία. Η αβεβαιότητα για την αξιοπιστία των συμμαχιών ενισχύει τη λογική της αυτοβοήθειας.
Η τρίτη μεταβολή είναι η εργαλειοποίηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η παγκοσμιοποίηση αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η λογική της οικονομικής αποτελεσματικότητας υπερίσχυε της γεωπολιτικής λογικής. Αυτό άλλαξε με την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Η διασύνδεση των οικονομιών μετατράπηκε έτσι σε πεδίο αντιπαράθεσης. Χρηματοπιστωτικά δίκτυα, τεχνολογία, σπάνιες γαίες, ενέργεια, λιμάνια, ναυτιλία, θαλάσσιες διαδρομές και εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν πλέον εργαλεία γεωοικονομικού πολέμου. Οι ΗΠΑ οπλοποιούν την κυριαρχία τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην τεχνολογία και στην ενέργεια. Η Κίνα με τη σειρά της οπλοποιεί τη βιομηχανική της παραγωγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις σπάνιες γαίες.
Η φύση της διεθνούς πολιτικής και του πολέμου δεν άλλαξαν, ούτε εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακοί μηχανισμοί της ισχύος και της εξισορρόπησης. Αυτό που άλλαξε είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν. Η διάχυση της ισχύος, η τεχνολογική επανάσταση, η εργαλειοποίηση της αλληλεξάρτησης και η μειωμένη ικανότητα της ηγεμονικής δύναμης να οργανώνει μόνη της τη διεθνή τάξη δημιουργούν πολλαπλά σημεία τριβής, περισσότερους δρώντες ικανούς να προκαλέσουν αναταραχή και περισσότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων μια τοπική κρίση μπορεί να μεταδοθεί σε όλον τον πλανήτη.
Αυτός είναι ο λόγος που η πολυκρίση έχει μετατραπεί σε μόνιμη κρίση.